διάβημα

διά-βημα, ατος, τό,
A a step across, a step, LXXJb.31.4: metaph. in pl., successive moments,

ἡ διακόσμησις τρισὶ διώρισται δ. Dam.Pr. 423

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάβημα — το (AM διάβημα) προσπάθεια, αποφασιστική ενέργεια για την επίτευξη ενός σκοπού νεοελλ. «απονενοημένο διάβημα» πράξη παράλογη που φέρει τον χαρακτήρα τής απελπισίας, ιδιαίτερα η αυτοκτονία αρχ. μσν. βήμα («κατεύθυνον, Κύριε, τὰ διαβήματα ἡμῶν, τὰς …   Dictionary of Greek

  • διάβημα — το ενέργεια που απευθύνεται σε αρχές, αφορά κρίσιμα ή ζωτικά ζητήματα και έχει ιδιαίτερα σπουδαίο και αποφασιστικό χαρακτήρα: Τα εργατικά σωματεία απέδωσαν διάβημα στην κυβέρνηση, σχετικό με τα αιτήματά τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάβημα — [диавима] ουσ. о. шог …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαβημάτων — διάβημα a step across neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήμασι — διάβημα a step across neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήμασιν — διάβημα a step across neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήματα — διάβημα a step across neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήματι — διάβημα a step across neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • стопа — I стопа I: стопа ноги; наложенные друг на друга листы бумаги и под. ; укр. стопа – то же, др. русск. стопа, ст. слав. стопа διάβημα (Еuсh. Sin., Рs. Sin.), сербохорв. сто̀па ступня , словен. stopa шаг, след ноги , чеш., слвц., польск., в. луж., н …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • стопа — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  сущ. (греч. ἴχνος) ступня ноги; след; (κρηπτίς) сапог; (σφυρόν)… …   Словарь церковнославянского языка

  • έντονος — η, ο (AM ἔντονος, ον) εκείνος που έχει ένταση, σφοδρός («έντονες αντιδράσεις», «έντονο διάβημα») 2. αυτός που προκαλεί ζωηρά αισθήματα («έντονα χρώματα», «έντονος πόνος») αρχ. 1. τεντωμένος 2. (για πρόσ.) ρωμαλέος, νευρώδης 3. ικανός («ἔντονος… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.